Πιάτο με πέννες ολικής και κοτόπουλο μαγειρεμένο στο Instant Pot
α

Λευκά ή ολικής άλεσης μακαρόνια; Τι είναι πιο υγιεινό;

Τι δείχνει πραγματικά η επιστήμη – και πώς να επιλέξετε σωστά

Μία από τις ερωτήσεις που ακούω πολύ συχνά στο γραφείο είναι: «Τα λευκά μακαρόνια παχαίνουν; Πρέπει να τα αλλάξω με ολικής;»

Η απάντηση δεν είναι ούτε «ναι» ούτε «όχι». Και σίγουρα δεν είναι ότι τα λευκά μακαρόνια είναι απαγορευμένα ή ότι τα ολικής είναι μια μαγική λύση. Όπως συμβαίνει με τα περισσότερα τρόφιμα, σημασία έχει το πλαίσιο: η μερίδα, ο τρόπος μαγειρέματος, το υπόλοιπο γεύμα και οι ανάγκες του κάθε ανθρώπου.

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε τι γνωρίζουμε σήμερα για τα λευκά και τα ολικής άλεσης ζυμαρικά, πού πραγματικά υπερέχουν τα ολικής και πότε τα λευκά μπορούν να έχουν θέση σε μια ισορροπημένη διατροφή.

Το πρώτο που αξίζει να γνωρίζουμε: τα ζυμαρικά δεν συμπεριφέρονται όπως το ρύζι ή το ψωμί

Τα περισσότερα κλασικά ζυμαρικά από σκληρό σιτάρι έχουν χαμηλό ή χαμηλό προς μέτριο γλυκαιμικό δείκτη. Αυτό ισχύει τόσο για αρκετά λευκά ζυμαρικά όσο και για πολλά ολικής άλεσης.

Ο λόγος είναι η ιδιαίτερη δομή τους. Κατά την παραγωγή, το σιμιγδάλι ή το αλεύρι αναμειγνύεται με νερό, μορφοποιείται με εξώθηση και στη συνέχεια ξηραίνεται. Έτσι δημιουργείται ένα πιο πυκνό δίκτυο πρωτεΐνης και αμύλου, το οποίο κάνει το άμυλο λιγότερο άμεσα διαθέσιμο στα πεπτικά ένζυμα. Αυτό συχνά αναφέρεται ως «pasta matrix effect».

Σε μία μελέτη που μέτρησε τη γλυκαιμική απόκριση σε ασιατικούς πληθυσμούς, τα σπαγγέτι από σιμιγδάλι είχαν γλυκαιμικό δείκτη 53 και τα ολικής άλεσης 54, ενώ το λευκό ρύζι έφτανε το 80. Με άλλα λόγια, η μεγάλη διαφορά δεν ήταν τόσο «λευκά ή ολικής μακαρόνια», αλλά «ζυμαρικά σε σχέση με άλλα αμυλούχα τρόφιμα».

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μακαρόνια δεν ανεβάζουν καθόλου το σάκχαρο. Σημαίνει ότι, για την ίδια ποσότητα υδατανθράκων, η άνοδος είναι συχνά πιο ήπια σε σχέση με άλλα τρόφιμα όπως το λευκό ρύζι ή κάποια αρτοσκευάσματα. Η μερίδα, το πόσο βρασμένα είναι τα ζυμαρικά, η σάλτσα και το αν το γεύμα περιέχει πρωτεΐνη, λαχανικά και λιπαρά εξακολουθούν να παίζουν μεγάλο ρόλο.

Γι’ αυτό και ο γλυκαιμικός δείκτης από μόνος του δεν αρκεί. Μας δίνει μια χρήσιμη εικόνα για την ποιότητα των υδατανθράκων, αλλά δεν αντικαθιστά την έννοια της μερίδας και της συνολικής σύνθεσης του γεύματος.

Τι κερδίζουμε όταν επιλέγουμε ολικής άλεσης;

Η βασική διαφορά των ολικής άλεσης ζυμαρικών δεν είναι απαραίτητα ότι έχουν πολύ χαμηλότερο γλυκαιμικό δείκτη. Η πραγματική τους αξία βρίσκεται κυρίως στις φυτικές ίνες, στα μικροθρεπτικά συστατικά και στα φυτοχημικά.

Στα λευκά ζυμαρικά, κατά την άλεση αφαιρείται το μεγαλύτερο μέρος από το πίτουρο και το φύτρο του σίτου. Εκεί βρίσκονται πολλές από τις ίνες, τις βιταμίνες, τα μέταλλα και τις φυτικές βιοδραστικές ουσίες. Στα ολικής άλεσης, αυτά διατηρούνται σε μεγαλύτερο βαθμό.

Ενδεικτικά, ανά 100 γραμμάρια ωμού προϊόντος, η διαφορά συνήθως είναι η εξής:

  • Φυτικές ίνες: περίπου 8-11 g στα ολικής, σε σύγκριση με περίπου 3 g στα λευκά.
  • Μαγνήσιο, φώσφορος, ψευδάργυρος και σίδηρος: συνήθως υψηλότερα στα ολικής.
  • Βιταμίνες του συμπλέγματος Β: συχνά πιο πλήρες προφίλ στα ολικής, αν και αρκετά λευκά προϊόντα μπορεί να είναι εμπλουτισμένα.
  • Πολυφαινόλες, φυτοστερόλες και άλλα φυτοχημικά: πολύ χαμηλότερα στα λευκά, υψηλότερα στα ολικής, γιατί συγκεντρώνονται κυρίως στο πίτουρο και το φύτρο.

Αυτό είναι ένα σημείο που αξίζει να κρατήσουμε: τα εμπλουτισμένα λευκά ζυμαρικά μπορεί να αναπληρώνουν μέρος από ορισμένες βιταμίνες και μέταλλα, αλλά δεν μπορούν να αναπληρώσουν πλήρως τις φυτικές ίνες και το σύνολο των φυτοχημικών που υπάρχουν στο ολόκληρο σιτάρι.

Φυτικές ίνες: το πιο πρακτικό πλεονέκτημα των ολικής

Αν έπρεπε να κρατήσουμε έναν βασικό λόγο για να προτιμήσουμε πιο συχνά τα ολικής άλεσης μακαρόνια, αυτός θα ήταν οι φυτικές ίνες.

Μεγάλες μετα-αναλύσεις, μεταξύ των οποίων και μία δημοσιευμένη στο The Lancet με δεδομένα από 135 εκατομμύρια ανθρωπο-έτη παρακολούθησης, δείχνουν ότι η υψηλότερη πρόσληψη φυτικών ινών και δημητριακών ολικής άλεσης συνδέεται με καλύτερους δείκτες υγείας. Η πρόσληψη περίπου 25-29 g φυτικών ινών την ημέρα φαίνεται να σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο ολικής και καρδιαγγειακής θνησιμότητας, διαβήτη τύπου 2 και άλλων χρόνιων νοσημάτων.

Στην πράξη, πολλοί άνθρωποι δεν φτάνουν εύκολα αυτές τις ποσότητες. Εκεί τα ολικής άλεσης ζυμαρικά μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα απλό «όχημα» για να αυξηθούν οι ίνες μέσα στην ημέρα, χωρίς να αλλάξει ριζικά ο τρόπος που τρώμε.

Φυσικά, δεν χρειάζεται να τα δούμε απομονωμένα. Η καλύτερη εικόνα προκύπτει όταν το πιάτο περιλαμβάνει και λαχανικά, όσπρια, άπαχη ή μέτρια λιπαρή πρωτεΐνη, ελαιόλαδο σε λογική ποσότητα και μια μερίδα που ταιριάζει στις ανάγκες μας.

Κορεσμός και διαχείριση βάρους

Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο είναι ο κορεσμός. Σε τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη που συνέκρινε ολικής άλεσης με λευκά μακαρόνια ίδιων θερμίδων, τα ολικής άλεσης μείωσαν την υποκειμενική πείνα κατά 23% και αύξησαν την απόκριση του πεπτιδίου YY κατά 44%. Το PYY είναι μία ορμόνη που συμμετέχει στα σήματα κορεσμού.

Αυτό είναι χρήσιμο κλινικά, αλλά χρειάζεται σωστή ερμηνεία. Τα ολικής άλεσης ζυμαρικά μπορούν να βοηθήσουν ένα γεύμα να είναι πιο χορταστικό, όμως δεν μειώνουν αυτόματα την ημερήσια πρόσληψη θερμίδων. Δεν είναι παθητική λύση. Είναι ένα εργαλείο που λειτουργεί καλύτερα όταν συνδυάζεται με σωστή μερίδα και καλή σύνθεση γεύματος.

Από την άλλη, τα ίδια τα μακαρόνια δεν φαίνεται να είναι «εχθρός» της διαχείρισης βάρους. Μετα-ανάλυση 32 κλινικών δοκιμών έδειξε ότι τα ζυμαρικά, όταν εντάσσονται σε διατροφή χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, συνδέονται με μικρή αλλά στατιστικά σημαντική μείωση στο σωματικό βάρος και στον ΔΜΣ σε σύγκριση με δίαιτες υψηλότερου γλυκαιμικού δείκτη.

Το μήνυμα είναι πρακτικό: δεν χρειάζεται να αποκλείσουμε τα μακαρόνια για να χάσουμε βάρος. Χρειάζεται να δούμε τη μερίδα, τη συχνότητα, τη σάλτσα και το συνολικό γεύμα.

Τι ισχύει για τον διαβήτη τύπου 2 και την αντίσταση στην ινσουλίνη;

Για άτομα με διαβήτη τύπου 2, προδιαβήτη ή αντίσταση στην ινσουλίνη, τα ολικής άλεσης ζυμαρικά έχουν ένα επιπλέον πλεονέκτημα κυρίως λόγω της μεγαλύτερης περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες.

Μετα-αναλύσεις σε άτομα με διαβήτη και προδιαβήτη δείχνουν ότι η αύξηση της πρόσληψης φυτικών ινών μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση δεικτών όπως η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, η γλυκόζη νηστείας, η ινσουλίνη νηστείας και η αντίσταση στην ινσουλίνη. Παρατηρούνται επίσης ευνοϊκές αλλαγές σε λιπίδια και δείκτες φλεγμονής.

Παράλληλα, δεν αρκεί να βλέπουμε μόνο τη λέξη «ολικής» στην ετικέτα. Ο βαθμός επεξεργασίας έχει σημασία. Μελέτες σε ολικής άλεσης δημητριακά δείχνουν ότι όσο περισσότερο διατηρείται η δομική ακεραιότητα του κόκκου, τόσο ευνοϊκότερη μπορεί να είναι η γλυκαιμική απόκριση. Στα ζυμαρικά, αντίστοιχα, παίζουν ρόλο η πρώτη ύλη, η επεξεργασία, το σχήμα, ο χρόνος βρασμού και το υπόλοιπο γεύμα.

Στην πράξη, για άτομα με διαβήτη προτιμώ συχνά τα ολικής άλεσης ζυμαρικά, μαγειρεμένα al dente, σε ελεγχόμενη μερίδα και μαζί με πρωτεΐνη και λαχανικά. Αυτό είναι διαφορετικό από το να πούμε ότι τα λευκά ζυμαρικά απαγορεύονται. Δεν απαγορεύονται, αλλά χρειάζονται πιο προσεκτική ένταξη.

Πότε να επιλέξετε ολικής – και πότε τα λευκά είναι εντάξει

Μία απλή, πρακτική προσέγγιση είναι η εξής:

  • Αν τρώτε ζυμαρικά συχνά, τα ολικής άλεσης είναι συνήθως καλύτερη καθημερινή επιλογή, γιατί αυξάνουν εύκολα τις φυτικές ίνες.
  • Αν η πρόσληψη φυτικών ινών σας είναι χαμηλή, η αλλαγή από λευκά σε ολικής μπορεί να είναι ένας απλός τρόπος να βελτιωθεί η ποιότητα της διατροφής σας.
  • Αν έχετε διαβήτη τύπου 2 ή αντίσταση στην ινσουλίνη, τα ολικής άλεσης έχουν ένα πρακτικό μεταβολικό πλεονέκτημα, κυρίως λόγω των ινών και του κορεσμού.
  • Αν διαχειρίζεστε το βάρος σας, μπορούν να βοηθήσουν στον κορεσμό, αλλά η μερίδα και η συνολική ενεργειακή πρόσληψη παραμένουν πιο σημαντικές.
  • Αν έχετε ευερέθιστο έντερο, φουσκώματα ή δυσκολία με πολλές φυτικές ίνες, μπορείτε να τα εισάγετε σταδιακά ή να χρησιμοποιείτε λευκά ζυμαρικά όταν σας ταιριάζουν καλύτερα.
  • Αν δεν σας αρέσει η γεύση των ολικής, μπορείτε να ξεκινήσετε με μισά λευκά και μισά ολικής ή να επιλέξετε σχήματα που κρατούν καλύτερα τη σάλτσα.

Η καλύτερη επιλογή δεν είναι πάντα η «τέλεια» επιλογή στο χαρτί. Είναι αυτή που μπορεί να εφαρμοστεί σταθερά, χωρίς ενοχή και χωρίς υπερβολές.

Μια εύκολη ιδέα για το τραπέζι

Κοτόπουλο με πέννες ολικής στο Instant Pot Pro Crisp + Air Fryer

Αυτό είναι ένα πιο ισορροπημένο comfort food: έχει πέννες ολικής για περισσότερες φυτικές ίνες, κοτόπουλο για πρωτεΐνη και ένα ελαφρύ κρεμώδες αποτέλεσμα με κρέμα γάλακτος χαμηλών λιπαρών. Δεν είναι «δίαιτα» με την κλασική στερητική έννοια. Είναι ένα χορταστικό πιάτο που μπορεί να μπει πιο έξυπνα σε ένα εβδομαδιαίο πρόγραμμα.

Υλικά για 4 μερίδες

  • 500 g κοτόπουλο στήθος ή μπούτι χωρίς πέτσα, σε μπουκιές
  • 350 g πέννες ολικής άλεσης
  • 1 μικρό κρεμμύδι, ψιλοκομμένο, περίπου 80 g
  • 2-3 σκελίδες σκόρδο, λιωμένες
  • 2 κ.σ. ελαιόλαδο, περίπου 27 g
  • 700 ml ζωμός κοτόπουλου, κατά προτίμηση χαμηλός σε αλάτι
  • 200 ml κρέμα γάλακτος χαμηλών λιπαρών, περίπου 12-15% λιπαρά
  • 100-120 g τριμμένη μοτσαρέλα
  • 40-50 g παρμεζάνα, τριμμένη
  • 1 κ.γ. γλυκιά πάπρικα
  • 1/2 κ.γ. ρίγανη ή ιταλικά μυρωδικά
  • Αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι
  • Προαιρετικά: 1 χούφτα μανιτάρια σε φέτες
  • Προαιρετικά για πιο τραγανή επιφάνεια: 1-2 κ.σ. τριμμένη φρυγανιά ολικής

Εκτέλεση

  1. Σοτάρετε. Βάλτε τη συσκευή στη λειτουργία Sauté. Προσθέστε το ελαιόλαδο, το κοτόπουλο, το κρεμμύδι και το σκόρδο και σοτάρετε για 3-4 λεπτά, μέχρι το κοτόπουλο να πάρει λίγο χρώμα. Δεν χρειάζεται να ψηθεί πλήρως σε αυτό το στάδιο.
  2. Προσθέστε τα ζυμαρικά και τον ζωμό. Ρίξτε τις πέννες, τον ζωμό, την πάπρικα, τη ρίγανη και λίγο πιπέρι. Ανακατέψτε απαλά, ώστε τα ζυμαρικά να καλυφθούν όσο γίνεται από το υγρό. Μην προσθέσετε ακόμα την κρέμα και τα τυριά.
  3. Μαγειρέψτε υπό πίεση. Κλείστε με το καπάκι πίεσης και βάλτε Pressure Cook / High για 4 λεπτά. Μετά κάντε quick release.
  4. Δέστε τη σάλτσα. Ανοίξτε, ανακατέψτε και προσθέστε την κρέμα γάλακτος χαμηλών λιπαρών, τη μοτσαρέλα και την παρμεζάνα. Αν το μείγμα φαίνεται πολύ σφιχτό, προσθέστε 2-4 κ.σ. ζωμό ή γάλα.
  5. Κάντε τραγανή επιφάνεια. Πασπαλίστε με λίγο επιπλέον τυρί ή με λίγη τριμμένη φρυγανιά ολικής, αν θέλετε. Βάλτε το crisping lid και ψήστε στους 200°C για 5-6 λεπτά, μέχρι να λιώσει το τυρί και να ροδίσει ελαφρά. Για πιο έντονη κρούστα, αφήστε το 7-8 λεπτά. Αν παίρνει χρώμα πολύ γρήγορα, χαμηλώστε στους 190°C.

Έτσι έχετε ένα one-pot πιάτο από κάτω και μια ελαφριά gratin αίσθηση από πάνω, χωρίς να χρειαστεί να σουρώσετε τα ζυμαρικά και χωρίς πολλά σκεύη.

Μπορείτε να βρείτε τη συσκευή εδώ: Instant Pot Pro Crisp. Με τον κωδικό FITDIET έχετε την έκπτωσή μας.

Διατροφική ανάλυση ανά μερίδα

Η ανάλυση είναι ενδεικτική και υπολογισμένη για 4 μερίδες, με κοτόπουλο στήθος, 2 κ.σ. ελαιόλαδο, 200 ml κρέμα γάλακτος χαμηλών λιπαρών, 120 g μοτσαρέλα και 40 g παρμεζάνα, χωρίς τα προαιρετικά έξτρα.

Θρεπτικό συστατικό

Ανά μερίδα

Ενέργεια

περίπου 740 kcal

Πρωτεΐνη

περίπου 54 g

Υδατάνθρακες

περίπου 63 g

Λιπαρά

περίπου 27 g

Κορεσμένα λιπαρά

περίπου 11 g

Φυτικές ίνες

περίπου 8 g

Νάτριο

εξαρτάται σημαντικά από τον ζωμό και τα τυριά

Σχόλιο: Το πιάτο είναι πλούσιο σε πρωτεΐνη και αρκετά χορταστικό, αλλά παραμένει ενεργειακά πυκνό λόγω των ζυμαρικών, των τυριών και της κρέμας. Αν θέλετε πιο ελαφριά εκδοχή, μειώστε λίγο τα τυριά ή αυξήστε τα μανιτάρια και συνοδεύστε με μεγάλη σαλάτα.

Τελικό συμπέρασμα

Τα μακαρόνια, είτε είναι λευκά είτε ολικής άλεσης, δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζονται με φόβο. Τα κλασικά ζυμαρικά έχουν ιδιαίτερη δομή και συχνά πιο ήπια γλυκαιμική απόκριση σε σχέση με άλλες πηγές αμύλου.

Τα ολικής άλεσης, όμως, έχουν ένα ξεκάθαρο πλεονέκτημα: περισσότερες φυτικές ίνες, περισσότερα μικροθρεπτικά συστατικά και καλύτερη υποστήριξη του κορεσμού. Γι’ αυτό και είναι συνήθως η επιλογή που θα πρότεινα πιο συχνά, ειδικά όταν υπάρχει χαμηλή πρόσληψη ινών, διαβήτης τύπου 2, αντίσταση στην ινσουλίνη ή ανάγκη για καλύτερο κορεσμό.

Η καλύτερη διατροφική επιλογή δεν είναι αυτή που δημιουργεί ενοχές. Είναι αυτή που ταιριάζει στις ανάγκες σας, μπορεί να εφαρμοστεί στην καθημερινότητά σας και σας βοηθά να τρώτε καλύτερα με συνέπεια.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Camps, S. G., et al. (2021). The Glycaemic and Insulinaemic Response of Pasta in Chinese and Indians Compared to Asian Carbohydrate Staples: Taking Spaghetti Back to Asia. Nutrients, 13(7), 2352.

Papakonstantinou, E., et al. (2022). Effects of Spaghetti Differing in Soluble Fiber and Protein Content on Glycemic Responses in Humans: A Randomized Clinical Trial in Healthy Subjects. International Journal of Environmental Research and Public Health, 19(17), 10568.

Sanders, L. M., et al. (2021). Whole grain intake, compared to refined grain, improves postprandial glycemia and insulinemia: a systematic review and meta-analysis of randomized controlled trials. Critical Reviews in Food Science and Nutrition, 63(4).

Musa-Veloso, K., et al. (2018). The effects of whole-grain compared with refined wheat, rice, and rye on the postprandial blood glucose response. The American Journal of Clinical Nutrition, 108(4), 759-774.

Åberg, S., et al. (2020). Whole-Grain Processing and Glycemic Control in Type 2 Diabetes: A Randomized Crossover Trial. Diabetes Care, 43(8), 1717-1723.

Reynolds, A., et al. (2019). Carbohydrate quality and human health: a series of systematic reviews and meta-analyses. The Lancet, 393(10170), 434-445.

Reynolds, A. N., et al. (2020). Dietary fibre and whole grains in diabetes management: Systematic review and meta-analyses. PLoS Medicine, 17(3), e1003053.

Costabile, G., et al. (2018). Subjective satiety and plasma PYY concentration after wholemeal pasta. Appetite, 125, 172-181.

Sanders, L. M., et al. (2021). Effects of Whole Grain Intake, Compared with Refined Grain, on Appetite and Energy Intake: A Systematic Review and Meta-Analysis. Advances in Nutrition, 12(4), 1177-1195.

Chiavaroli, L., et al. (2018). Effect of pasta in the context of low-glycaemic index dietary patterns on body weight and markers of adiposity: a systematic review and meta-analysis of randomised controlled trials in adults. BMJ Open, 8(3), e019438.

Συντάκτρια: Πηνελόπη Δουβόγιαννη, Κλινική Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, RD, MSc, Υποψήφια Διδάκτωρ, Τμήμα Επιστήμης Διατροφής και Διαιτολογίας Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Δείτε επίσης

Γλυκαιμικός Δείκτης και Γλυκαιμικό Φορτίο: Ποια είναι η διαφορά και πώς επηρεάζουν τη διατροφή μας;

Μάθε τη διαφορά μεταξύ γλυκαιμικού δείκτη (GI) και γλυκαιμικού φορτίου (GL) και πώς επηρεάζουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Ανακάλυψε πώς να κάνεις πιο υγιεινές διατροφικές επιλογές για σταθερή ενέργεια και καλύτερη ρύθμιση του σακχάρου.

Διαβάστε περισσότερα »

Κάντε ένα σχόλιο

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.